Βαβουράκη Μαίρη

Ένας επίγειος έρωτας.

Βαβουράκη Μαίρη
Δούλευε λίγο καιρό στο φροντιστήριο, όταν η μάνα του, ζήτησε να κουβεντιάσουν για ένα πολύ σοβαρό θέμα. «Πότε θα παντρευτείς;» τον ρώτησε με ύφος που δεν σήκωνε πολλά, πολλά. «Εγώ δεν θα γίνω γιαγιά;». Το κεφάλι του άρχισε να γυρίζει. Πάντα, φοβόταν πως θα ερχόταν η μέρα που θα το ζητούσε αυτό η μάνα του. Ας τον έβαζε να σπουδάσει γιατρός, δεν τον πείραζε. Θα της έκανε το χατίρι. Όχι, όμως, αυτό. Δεν είχε θάρρος με τις γυναίκες. Δεν ήξερε τον τρόπο να τις πλησιάζει. Οι πληρωμένες αγκαλιές ήταν άλλο. Εύκολο. Δίκαιη δοσοληψία. Έλεγε «σου δίνω τόσα» καμιά φορά και παραπάνω απ όσο ζητούσε η κοπέλα και όχι μόνο είχε αυτό που ήθελε, αλλά και το κορίτσι τον κοίταζε με δέος, κάνοντας τον να αισθάνεται σπουδαίος.  Αν, όμως, έφευγε από τη μέση το χρήμα, αν το χρήμα δεν ήταν ο μαγνήτης που θα προσήλκυε μια γυναίκα κοντά του, τότε δεν ήξερε με ποιο τρόπο θα σαγήνευε μια κοπέλα της ομορφιάς που αξίωνε η μάνα του. Όχι , αυτό θα ήταν εφιάλτης. Δεν μπορούσε να το κάνει «έχω καιρό μάνα, θα δούμε…»
«Βρε, τι θα δούμε; Τώρα που είσαι νέος και μπορείς.» γρύλισε η μάνα του τονίζοντας μία μία τις λέξεις σαν να του έλεγε : « μην τολμήσεις να φέρεις αντίρρηση» . Την κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Τι θα μπορούσε να πει άλλωστε. Η κυρία Αριστέα απόρησε με τη σιωπή του γιου της  «βρε μπας και είσαι ντιγκιντάγκας;»  ρώτησε, κρατώντας, την αναπνοή της. «Όχι μάνα, δεν είμαι ντιγκιτάγκας» έσπευσε ν απαντήσει ο Μιχάλης, όταν κατάλαβε πως η στάση του είχε παρεξηγηθεί. «θα βρω νύφη» συμπλήρωσε , τονίζοντας, ξεχωριστά κάθε λέξη της υπόσχεσης του, για να προσδώσει κύρος και πειστικότητα στα λεγόμενα του και , ύστερα, εγκατέλειψε το δωμάτιο, αφήνοντας , πίσω, την μάνα του, να σχεδιάζει το μελλοντικό του γάμο. Οι λέξεις που με τόση έμφαση και αυτοπεποίθηση είχε εκσφενδονίσει, σχεδόν, πριν από μερικά λεπτά, είχαν καταφέρει να πείσουν την κυρία Αριστέα, αλλά δεν έκαναν καλή δουλειά με τον ίδιο… μόλις βγήκε από το δωμάτιο η αυτοπεποίθηση ξεφούσκωσε σαν μπαλόνι και οι λέξεις που πριν λίγο καμάρωναν για το ανάστημα και τη δύναμη τους σαν παγώνια ,ζάρωσαν και μαράζωσαν όπως η αράχνη κάτω από το πέλμα  του περαστικού διαβάτη.
Δεν πέρασαν δέκα μέρες και γνώρισε τη Σούλα σε μια παρέα. Φοιτήτρια στο τελευταίο  έτος, με καταγωγή από Καρδίτσα. Η Σούλα ήταν ένα κορίτσι πολύ κοινωνικό. Χαμογελούσε πολύ και συνομιλούσε με όλους στην παρέα. Ακόμη και τον Μιχάλη άρχισε να πειράζει, επειδή δεν μιλούσε πολύ, αλλά μ έναν τρόπο που δεν τον ενόχλησε. Ο Μιχάλης έπιασε τον εαυτό του να γελάει με τα αστεία της, αλλά αυτό δεν ήταν το πιο παράξενο. Εκείνο που τον παραξένεψε περισσότερο ήταν πως έκανε κι εκείνος αστεία και , μάλιστα,  επιτυχημένα, πράγμα που ξεσήκωνε τα γέλια της ομήγυρης. 
«Δεν σου το’  χα» του ψιθύρισε στ’ αυτί μια συνάδελφος.
 «Μήπως μου το’ χα εγώ;» ανταπάντησε ο Μιχάλης κι έβαλαν ξανά τα γέλια. Δίπλα στη Σούλα γινόταν άλλος άνθρωπος
Βγήκαν ξανά και ξανά με παρέα πάντα. Άρχισε να την παρατηρεί. « Βρε μήπως μου αρέσει;» έλεγε στον εαυτό του, αλλά δυσκολευόταν ν’ απαντήσει. Εκείνο το βράδυ η παρέα είχε πάει σ’ ένα ουζερί που είχε και ζωντανή μουσική.  Ο Μιχάλης, εκπλήσσοντας τον εαυτό του, είχε ακολουθήσει. Δεν συνήθιζε να βγαίνει τόσο συχνά. Η ώρα είχε προχωρήσει, το κρασί έρρεε στα ποτήρια , η παρέα είχε βγει στο κέφι και η Σούλα βρισκόταν δίπλα στην τραγουδίστρια, τραγουδώντας μαζί της και κοιτάζοντας τον Μιχάλη «αυτή η νύχτα μένει, αιώνες παγωμένη που δυο καρδιές δεν βρήκαν καταφύγιο …κι ήρθαν στον κόσμο ξένοι και καταδικασμένοι, να ζήσουν έναν έρωτα επίγειο…»
Ήταν φανερό πως της άρεσε. Βάλθηκε να την παρατηρεί. Ήταν μελαχρινή , ένας χείμαρρος από μαύρα μαλλιά έπεφτε ορμητικά μέχρι τη μέση της. Ήταν λυγερόκορμη και ψηλή, σχεδόν στο ύψος του Μιχάλη, και η φωνή της ήταν σαγηνευτική. Το πρόσωπο της, όμως δεν ήταν όμορφο. Αποτελούσε μια παραφωνία σε σχέση με το υπόλοιπο πακέτο. Τα μάτια της ήταν καστανά και στρογγυλά, τα χείλη της λεπτά και η μύτη της είχε πάρει μια ελαφριά κλίση προς τα κάτω. Το χειρότερο απ όλα, όμως, ήταν πώς είχε τριχοφυΐα κάτω από το πηγούνι  και στις φαβορίτες, ευτυχώς, σε ήπια μορφή. Εξηγούσε κάποια στιγμή στην παρέα με αυτόν τον αστείο της τρόπο πως προσπάθησε να τις αφαιρέσει με «λέιζερ», αλλά όσο υφίστατο το ορμονικό της θέμα, τόσο θα έβγαιναν. Έτσι, σταμάτησε το λέιζερ, γιατί ήταν ακριβό. «Τις αγαπώ, όμως, γιατί είναι δικές μου» είπε και τις χάιδεψε γελώντας μ ένα τόσο γάργαρο γέλιο που παρέσυρε και τους άλλους βάζοντας ξανά φωτιά στο κέφι της παρέας.
«Όχι, όμορφη δεν την λες. Δεν θ αρέσει στη μάνα μου μια τέτοια νύφη» σκέφτηκε ο  Μιχάλης και φαντάστηκε τις αντιδράσεις της μάνας του, όταν θα την έβλεπε. Κούνησε το κεφάλι του πέρα δώθε με δύναμη, για να διώξει την εικόνα απ το μυαλό του.  Την ίδια στιγμή ένιωσε ένα χέρι να πιάνει το δικό του και να τον τραβάει κοντά στην τραγουδίστρια. Εκπλήσσοντας για άλλη μια φορά τον εαυτό του, άρχισε να τραγουδάει μαζί με την Σούλα, αφού αυτή τη φορά η τραγουδίστρια απομακρύνθηκε αφήνοντας το μικρόφωνο στα δικά της χέρια. Οι παρέες από κάτω χτυπούσαν ρυθμικά παλαμάκια στο μεθυσμένο ζευγάρι που τραγουδούσε, παραδόξως ,πολύ όμορφα… « ..πέφταν  τα άστρα μες στη λασπουριά, μαύρος μάγκας ο καιρός και μαύρο φίδι. Μου΄ γνεφε η καρδιά , πάρε μυρωδιά, το λάδι εδώ πως καίγεται και ζήσε το ταξίδι…»
Σίγουρα δεν θ ΄ άρεσε στη μάνα του. Σίγουρα άρεσε σ εκείνον. Αυτή η αγάπη τον έκανε δυνατό και τολμηρό. Όλα τα μπορούσε δίπλα στη Σούλα. Έζησαν μαζί έναν χρόνο. Περνούσαν υπέροχα. Σε όλα ταίριαζαν, μέχρι και στο τραγούδι. Κάποια βράδια εκείνος έπαιζε λύρα κι εκείνη τραγουδούσε μαντινάδες. Είχε υπέροχη φωνή. Στο μόνο που διαφωνούσαν, ήταν στην ομορφιά του γενέθλιου τόπου του καθενός. Ο Μιχάλης φώναζε Κρήτη και η Σούλα Καρδίτσα και κάπου, εκεί, μεταξύ των φωνών ξέσπαγαν σε γέλια.
Ένιωθε ευτυχισμένος! Ήθελε να την παντρευτεί και να κάνει μαζί της παιδιά, αλλά δεν τολμούσε ν αντιμετωπίσει τη μάνα του. Σ’ εκείνη έλεγε πως ψάχνει, για να βρει την σωστή, γι αυτόν, νύφη κι ένα σωρό άλλες δικαιολογίες , για να τελειώσουν την κουβέντα τους με τον ίδιο τρόπο: «ξέρεις πόσοι έχασαν τα χρόνια τους ψάχνοντας; Μην ψάχνεις πολύ» έλεγε αγανακτισμένη η μάνα του που έβλεπε τον γιο της να μην έχει πάρει σοβαρά το θέμα του γάμου ή όπως, τουλάχιστον, νόμιζε.
Ήρθε ο καιρός που η Σούλα πήρε πτυχίο κι έπρεπε ν αποφασίσουν τι θα κάνουν, πώς θα προχωρήσουν. Έπρεπε ν’ αποφασίσει, αν θα γύριζε  στον τόπο της ή θα έβρισκε δουλειά στην Κρήτη, για να μείνει κοντά στον αγαπημένο της. Είχε αρχίσει να τον ρωτάει για τους δικούς του, περιμένοντας να την προσκαλέσει να γνωρίσει τη μητέρα του, αλλά εκείνος απέφευγε τις συζητήσεις. Με μεγάλη δεξιοτεχνία κατάφερνε ν αλλάζει θέμα μέχρι που έφτασε ο κόμπος στο χτένι. «Τι συμβαίνει Μιχάλη; Χωρίζουμε;» τον ρώτησε ένα βράδυ του Ιούνη. «Τι είναι αυτά που λες;»  της απάντησε ο Μιχάλης , γνωρίζοντας ,πια, πως ήρθε η ώρα ν αντιμετωπίσει την μια απ’ τις δύο γυναίκες που αγαπούσε πολύ. «Όσο κι αν το αποφεύγεις πρέπει να πάρεις μιαν απόφαση» ακούστηκε ήρεμη η φωνή της Σούλας. «Οι γονείς μου με ρωτούν πότε θ ανέβω στην Καρδίτσα και δεν ξέρω τι να τους πω. Ο σπιτονοικοκύρης ρωτάει ,αν θ αφήσω το σπίτι, τώρα, που πήρα το πτυχίο, δεν ξέρω τι να του πω». Η φωνή της ήταν ήρεμη και σταθερή, αλλά η ματιά της πρόδιδε όλη την απόγνωση της. Δεν ήξερε τι να της απαντήσει, ένιωθε να βουλιάζει. Εκεί, όμως, που ο παλιός αδύναμος εαυτός του ήταν έτοιμος να ξυπνήσει, του ήρθε μια ιδέα. Θα κέρδιζε χρόνο ,γνωρίζοντας, εκείνος, πρώτος τους γονείς της. Θα πήγαιναν μαζί στην Καρδίτσα για μία εβδομάδα, τώρα, που κι εκείνος είχε , ακόμη, πέντε μέρες για διακοπές, πριν αρχίσει η καλοκαιρινή σεζόν. Με αυτόν τον τρόπο αφενός δεν θα πλήγωνε το κορίτσι που μαζί του είχε περάσει τις πιο όμορφες μέρες της ζωής του και αφετέρου θα είχε χρόνο να σκεφτεί πώς θα χειριζόταν το θέμα με τη μάνα του.
Σάββατο πρωί ήταν στην Αθήνα. Αποφάσισαν να μείνουν κάποιες ώρες τις οποίες θα σπαταλούσαν αγοράζοντας δωράκια για τους γονείς της Σούλας και για κάποιους αγαπημένους της συγγενείς. Στη συνέχεια θα νοίκιαζαν ένα αυτοκίνητο και θα έπαιρναν  το δρόμο για τον γενέθλιο τόπο της. Καλύτερα ν’ απόφευγαν τα ΚΤΕΛ, γιατί ήταν σκέτη ταλαιπωρία. Άρχισαν το σουλάτσο στους δρόμους της Αθήνας. Ποτέ δεν του άρεσε αυτή η πόλη. Ήταν ψυχρή, απρόσωπη, άχρωμη και άοσμη. Σκέτη κατάθλιψη. Αυτό το συναίσθημα κατάθλιψης αναζητούσε μέσα του, τώρα, αλλά δεν μπορούσε να το βρει. Παντού έβλεπε χρώματα, άκουγε γέλια, μουσικές και μύριζε αρώματα. Να ‘ταν η Σούλα που κατάφερνε να χρωματίσει τόσο την άσχημη αυτή πόλη όσο και την δική του ζωή;
    Έκαναν τα ψώνια τους και πριν αναχωρήσουν για Θεσσαλία αποφάσισαν να γευματίσουν στην Αθήνα. Είχαν χρόνο. Οι γονείς της Σούλας θα επέστρεφαν το απόγευμα από τα χωράφια. Δεν θα τους έβρισκαν σπίτι, αν έφταναν νωρίτερα. Ιδέα της Σούλας ήταν να τους κάνουν έκπληξη. Εκείνος δεν ήθελε. Δεν συμπαθούσε τις εκπλήξεις, αλλά προτίμησε να μην της χαλάσει το χατίρι. Δυστυχώς, όμως, της μιας εκπλήξεως πολλές ακολουθούν. Όταν περιέφερε το βλέμμα του στον χώρο αναζητώντας τον σερβιτόρο ,για να τον πληρώσει , τα μάτια του διασταυρώθηκαν με τα μάτια της κυρίας Φρόσως, μιας πολύ καλής φίλης της μητέρας του. Ο γιος της ζούσε κι εργαζόταν στην Αθήνα και ,προφανώς, είχε έρθει να τον επισκεφτεί. «Μιχάλη! Τι  έκπληξη!» αναφώνησε η κυρία Φρόσω και πλησίασε το τραπέζι τους. Στην μητέρα του είχε πει πως θα ερχόταν Αθήνα, για να δει κάτι φίλους και , τώρα δεν ήξερε πώς να τα μπαλώσει, αφού η φίλη της μάνας του θα την ενημέρωνε ,γι αυτήν την συνάντηση ,με κάθε λεπτομέρεια. Για καλή του τύχη, η Σούλα, μετά τις συστάσεις ζήτησε συγγνώμη και πήγε στην τουαλέτα, επειδή αμέσως μετά θ’ αναχωρούσαν για Καρδίτσα.
   «Η φίλη σου η Σούλα, είναι και κοπέλα σου;» ρώτησε με υποκριτική αδιαφορία η κυρία Φρόσω. Για πρώτη φορά κατάλαβε ο Μιχάλης πώς ένιωθε ο Πέτρος ,όταν αρνήθηκε τη φιλία του με τον Χριστό. «Όχι» βιάστηκε να πει χωρίς να την κοιτάζει «είναι η αδερφή του φίλου  που με φιλοξενεί» συμπλήρωσε και σταμάτησε τον σερβιτόρο , για να τον πληρώσει, κερδίζοντας , έτσι χρόνο, προς ανάκτηση της χαμένης ψυχραιμίας του.
«Σίγουρα δεν είναι κοπέλα σου;» ρώτησε καχύποπτα η φίλη της μάνας του μόλις απομακρύνθηκε ο σερβιτόρος. Μάζεψε όλη την υποκριτική ικανότητα που διέθετε κι έσκασε ένα πλατύ χαμόγελο στην γυναίκα που στεκόταν μπροστά του. « Όχι, βέβαια, κυρία Φρόσω! Πώς σας ήρθε αυτό;»  Την έπεισε, ευτυχώς. Το είδε στα μάτια της. Χαμογέλασε κι εκείνη κι άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης, που ,σαν μαχαίρι , ήρθε και καρφώθηκε στην καρδιά του Μιχάλη και σε συνδυασμό με τα λόγια που τον ακολούθησαν του την χώρισαν στη μέση. «Ευτυχώς, Μιχάλη μου! Για μια στιγμή φοβήθηκα. Την καημένη, πόσο άσχημη είναι! Έχει και τρίχες. Αν πήγαινες μια τέτοια στην μάνα σου θα την σκότωνες. Ειδικά, αν άκουγε να σε σχολιάζουν στην γειτονιά, που δεν θα το απέφευγες μ ένα τέτοιο κορίτσι, θ αυτοκτονούσε. Την ξέρω την μάνα σου», τέλειωσε τον μονόλογο της και αποτελείωσε τον Μιχάλη. Η κυρία Φρόσω ήρθε να επιβεβαιώσει τους φόβους του… Της χαμογέλασε ψεύτικα και βιάστηκε να την αποχαιρετίσει, χωρίς να παραλείψει να στείλει χαιρετίσματα στον γιο της, όταν είδε την Σούλα να τους πλησιάζει.
Σε όλη την διαδρομή αντάλλαξαν λίγες κουβέντες. Η Σούλα τον ρωτούσε που και που τι έχει, για να λάβει μια ψεύτικη δικαιολογία του τύπου «είμαι λίγο κουρασμένος». Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε τόσο ψυχρή ατμόσφαιρα ανάμεσα τους. Σε όλη την διαδρομή έβλεπε μπροστά του την μάνα του κι άκουγε τα πικρά της λόγια. Την άκουγε να μιλάει άσχημα γι αυτό το κορίτσι που έδωσε νόημα στη ζωή του. Εκείνος δεν την έβλεπε άσχημη. Ήταν το πιο όμορφο κορίτσι του κόσμου, αλλά η μάνα του δεν θα την έβλεπε έτσι, δεν θα τον καταλάβαινε ποτέ. Περίμενε πως και πως μια όμορφη και μορφωμένη νύφη για να την επιδεικνύει στην γειτονιά. Η Σούλα για κείνην θα ήταν δυστυχία και το αντίστροφο.
Έφτασαν, ταυτόχρονα με τους γονείς της, στο πατρικό σπίτι της Σούλας. Εκείνη κατέβηκε απ’ το αυτοκίνητο κι έτρεξε να τους αγκαλιάσει. Την στιγμή που την είδαν οι γονείς της άρχισαν να φωνάζουν τ‘ όνομα της μ’ ενθουσιασμό κι έτρεξαν προς το μέρος της με ανοιχτές αγκαλιές.  Άνθρωποι αγρότες που με κόπους και αγώνες σπούδασαν  το παιδί τους και το δέχονταν , τώρα , πίσω με το πτυχίο του. Για τον γαμπρό δεν ήξεραν και ούτε έπρεπε να μάθουν, σκέφτηκε ο Μιχάλης καθώς ξεφόρτωνε τις αποσκευές της Σούλας από το αυτοκίνητο. Οι γονείς της δεν του είχαν ρίξει ακόμα ούτε ματιά. Δεν χόρταιναν το παιδί τους.
Το μόνο που άκουγε καθώς απομακρυνόταν ήταν τη φωνή της Σούλας να ουρλιάζει τ’ όνομα του. Πρώτη φορά την έβλεπε τόσο τρομοκρατημένη. Επιτάχυνε κι ενεργοποίησε το ραδιόφωνο, για να καλύψει τη φωνή της. «… κι ήρθαν στον κόσμο ξένοι και καταδικασμένοι να ζήσουν έναν έρωτα επίγειο..» άκουσε την φωνή της Παπίου να τραγουδάει, καταδικάζοντας τον στην απόλυτη δυστυχία.